βοητής


βοητής
βοητής, ο (Α)
αυτός που φωνάζει δυνατά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βοώ. Η άποψη βοητής < βοή είναι απίθανη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βοητής — clamorous masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηταί — βοητής clamorous masc nom/voc pl βοητός shouted fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοητήν — βοητής clamorous masc acc sg (attic epic ionic) βοητός shouted fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοητῶ — βοητής clamorous masc gen sg (attic epic ionic) βοητός shouted masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοᾶτιν — βοητής clamorous fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοητά — βοητά̱ , βοητής clamorous masc nom/voc/acc dual βοητής clamorous masc voc sg βοητής clamorous masc nom sg (epic) βοητός shouted neut nom/voc/acc pl βοητά̱ , βοητός shouted fem nom/voc/acc dual βοητά̱ , βοητός shouted fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ржать — ржу, укр. ржати, ржу, iржати, блр. ржаць, iржаць, др. русск. ръзати, ръжу, сербск. цслав. ръзати, ст. слав. ръжѫ χρεμετίζω (Супр.), сербохорв. р̏зати, р̏же̑м, словен. rzati, rzȃm, ržem, чеш. rzati, ržati, слвц. hržаt᾽, hrzаt᾽, еrdžаt᾽, польск.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • βοάτις — βοᾱτις, η (Α) φρ. «βοᾱτις αὐδά» δυνατή φωνή, κραυγή. [ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. του βοητής < βοώ] …   Dictionary of Greek

  • βοητικός — βοητικός, ή, όν (Α) [βοητής] ο θορυβώδης …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.